Ο όρος τροφική αλλεργία αναφέρεται σε ανοσολογική απάντηση προς μία τροφή, με δυσάρεστες συνέπειες τόσο για το αλλεργικό άτομο  όσο και για τους οικείους του. Όπως φαίνεται σε μελέτες, επίμονες τροφικές αλλεργίες σχετίζονται με μείωση του επιπέδου της ποιότητας ζωής, μεγαλύτερης κι από αυτή παιδιών με ινσουλινο-εξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη! Η συχνότητα τους έχει πολλαπλασιαστεί μέσα στην τελευταία δεκαετία και όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι θα μας απασχολήσουν μελλοντικά με εμφατικό τρόπο. Η συμμετοχή του ανοσοποιητικού αποτελεί το κύριο διαφοροποιό στοιχείο της αλλεργίας από τη δυσανεξία σε κάποια τροφή (π.χ. δυσανεξία στη λακτόζη, στην οποία η ανεπάρκεια του ενζύμου της λακτάσης οδηγεί σε συμπτώματα όπως «φουσκώματα» μετά από κατανάλωση γάλακτος).

Οι πιο γνωστές τροφικές αλλεργίες, εξαιτίας τόσο της θορυβώδους έκφρασης τους όσο και της επικινδυνότητάς τους, είναι οι λεγόμενες «άμεσου τύπου» αντιδράσεις σε τροφές. Συγκεντρώνουν κάποια χαρακτηριστικά, όπως:

1. Οξεία έναρξη των συμπτωμάτων, μέσα στην 1η (το πολύ 2η) ώρα από την κατανάλωση της τροφής. Με εξαίρεση την κατανάλωση κάποιων τροφών σε συνδυασμό με άσκηση, όπου εκδηλώσεις άμεσου τύπου μπορεί να προκύψουν και μετά 3 ώρες, η χρονική συσχέτιση με τη λήψη τροφής είναι σαφής και πολλές φορές περιγραφόμενη από τους ίδιους τους γονείς. Συνεπώς δεν μπορεί ένα παιδί π.χ. να «βγάλει πετάλες» (ή αλλιώς πομφούς) εξαιτίας κατανάλωσης αυγού την προηγούμενη ημέρα.

2. Αποδρομή της κλινικής εικόνας μέσα σε λίγες ώρες. Δεν είναι δυνατό να έχουμε «πετάλες»  επί 2 συνεχείς ημέρες και να τις συνδέουμε με τροφή που καταναλώσαμε λίγο πριν την εμφάνιση τους.

3. Συμπτώματα μπορεί να έχουμε από το δέρμα (το συχνότερο, με πομφούς, δηλαδή εξανθήματα που θυμίζουν τσίμπημα κουνουπιού και πρησμένα μάτια/χείλη), το γαστρεντερικό (έμετους, φαγούρα στο στόμα), το αναπνευστικό (βήχας, ξαφνική βραχνάδα, δύσπνοια) και το κυκλοφορικό (αιφνίδια ζάλη, υποτονία). Ειδικά οι εκδηλώσεις από το αναπνευστικό είναι αυτές που συνήθως καθορίζουν τη βαρύτητα της αντίδρασης, ενώ παιδιά που ήδη έχουν κάποιο ιστορικό προς αυτήν την κατεύθυνση (π.χ. άσθμα) συγκεντρώνουν περισσότερες πιθανότητες για πιο σοβαρές αντιδράσεις.

4. Η πιο σοβαρή αντίδραση που μπορεί να προκύψει είναι η αναφυλαξία, μια συστηματική αντίδραση (δηλαδή συμμετοχή περισσότερων του ενός οργάνων), δυνητικά επικίνδυνη για τη ζωή του αλλεργικού. Η μόνη ουσιαστική παρέμβαση που μπορούμε να κάνουμε στην περίπτωση αυτή, είναι η χρήση της αδρεναλίνης. Τίποτα λιγότερο! Ο μύθος, που δυστυχώς είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος ακόμα και ανάμεσα στα μέλη της ιατρικής κοινότητας, ότι «ευτυχώς έγινε κορτιζόνη και σωθήκαμε» είναι λανθασμένος, δυνητικά επικίνδυνος και θα πρέπει το συντομότερο δυνατόν να αποτελέσει παρελθόν από την ιατρική πρακτική.

5. Οι άμεσου τύπου αντιδράσεις χαρακτηρίζονται από την παρουσία και δράση ειδικών αντισωμάτων (ανοσοσφαιρινών IgE) για τα αλλεργιογόνα-πρωτεΐνες των τροφώνΑυτές ανιχνεύονται με ειδικές εξετάσεις αίματος, τύπου RAST. Προσοχή όμως! Περίπου μόνο στο μισό των περιπτώσεων, θετική τιμή RAST για κάποια τροφή, συνεπάγεται κλινική νόσο και αποτελεί έργο του αλλεργιολόγου να αξιολογήσει την πιθανή συσχέτιση. Αποφυγές τροφών και δίαιτες αποκλεισμού βάσει μόνο εργαστηριακών αποτελεσμάτων είναι λάθος και μπορεί να έχουν αρνητικότατες συνέπειες.

Οι τροφικές αλλεργίες άμεσου τύπου σε ένα μεγάλο ποσοστό συμβαίνουν σε παιδιά με ιστορικό ατοπικής δερματίτιδας ενώ συχνά έπονται αυτής στη λεγόμενη «ατοπική πορεία» ενός παιδιού, στο τέλος της οποίας έρχονται οι αναπνευστικές αλλεργίες (αλλεργική ρινίτιδα και άσθμα). Όσον αφορά τη φυσική πορεία τους, αυτή εξαρτάται κυρίως από το είδος της τροφής-αλλεργιογόνου που προκαλεί αντιδράσεις. Έτσι οι αλλεργίες σε γάλα και αυγό συνήθως ξεπερνιούνται στην προσχολική ηλικία, στα σιτηρά μπορεί να επιμένουν κάπως περισσότερο ενώ στα ψάρια και στους ξηρούς καρπούς συνήθως ταλανίζουν και στην εφηβεία ή και αργότερα, στην ενήλικο ζωή.

Ακρογωνιαίο λίθο για τη διάγνωση της τροφικής αλλεργίας άμεσου τύπου αποτελεί η λήψη ενός σωστού-επίμονου-αναλυτικού ιστορικού. Ο αλλεργιολόγος μπορεί να συλλέξει τις πολύτιμες πληροφορίες, να διαχωρίσει τις σημαντικές από τις περιττές και να αποτρέψει άσκοπους χειρισμούς. Οι δερματικές δοκιμασίες διά νυγμού (ανώδυνα δερματικά τεστ) και ο απαραίτητος εργαστηριακός έλεγχος (ανίχνευση των ειδικών IgE με την κλασσική μέθοδο των RAST αλλά και με πιο σύγχρονες μοριακές μεθόδους) είναι τα επόμενα βήματα. Στην περίπτωση που η αλλεργία αξιολογείται ως πολύ πιθανή, παρέχεται ειδική συμβουλευτική από τον αλλεργιολόγο, τόσο για τη δίαιτα, όσο και για την αντιμετώπιση μιας πιθανής μελλοντικής αντίδρασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν κριθεί ότι κάποια συμπτώματα δε συνάδουν με αντίδραση άμεσου τύπου σε κάποια τροφή, αυτή χορηγείται με ελεγχόμενο τρόπο, σε ειδικό περιβάλλον και παρουσία του αλλεργιολόγου. Η παραπάνω διαδικασία ονομάζεται τροφική πρόκληση και σκοπό έχει να «απελευθερώσει» την τροφή στη δίαιτα του παιδιού. Η ίδια διαδικασία μπορεί να ακολουθηθεί και όταν κριθεί ότι πλέον μια αλλεργία έχει παρέλθει και υπάρχει ανοχή απέναντι στην τροφή.

Να σταθούμε λίγο στη σύγχρονη μοριακή διαγνωστική, η οποία εφαρμόζεται και στη Μονάδα μας. Ανοίγει νέους ορίζοντες αφού ανιχνεύοντας το ειδικό πρωτεϊνικό υποσύνολο μιας τροφής που προκαλεί την αντίδραση, μας επιτρέπει να κάνουμε πιο ακριβείς  προσεγγίσεις. Για παράδειγμα, μπορούμε να εκτιμήσουμε αν μια μελλοντική αντίδραση σε μια τροφή θα είναι σχετικά ήπια ή δυνητικά σοβαρή καθώς και να καθορίσουμε πιθανή διασταυρούμενη αντιδραστικότητα με άλλες τροφές.

Η αντιμετώπιση της τροφικής αλλεργίας άμεσου τύπου έχει μια «παθητική» εκδοχή που σημαίνει αποφυγή της τροφής με την προσμονή ενδεχόμενης ευνοϊκής φυσικής πορείας που θα οδηγήσει στην ανοχή αλλά και μια πιο «ενεργητική» εκδοχή. Στη δεύτερη περίπτωση, η οποία εφαρμόζεται και στη Μονάδα μας για ορισμένα παιδιά που τηρούν προϋποθέσεις για ορισμένες τροφές, ο αλλεργιολόγος επιχειρεί ενεργητικά να αυξήσει τις πιθανότητες ανοχής. Αυτό γίνεται με τη χορήγηση «υποαλλεργιογονικών» μορφών των τροφών (όπως το ψημένο γάλα ή αυγό), η χορήγηση συγγενικών τροφών που ανέχεται το παιδί (π.χ. άλλοι ξ.καρποί σε αλλεργία στο φυστίκι) ή με την εφαρμογή πρωτοκόλλων από του στόματος απευαισθητοποίησης (SOTI). Έτσι, επιταχύνονται θετικές εξελίξεις όσον αφορά την ανοχή απέναντι στις τροφές ή μειώνονται οι πιθανότητες σοβαρής αντίδρασης σε μια «από ατύχημα» επαφή με κάποιο ίχνος της. Τέλος, επειδή σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και η πιο επιμελής αποφυγή μπορεί να αποτύχει, ειδικά σε περιπτώσεις αναφυλαξίας, τα παιδιά και οι γονείς/κηδεμόνες τους θα πρέπει να έχουν πάντα μαζί τους αναλυτικό πλάνο αντιμετώπισης ενδεχόμενης αντίδρασης. Όπως προαναφέρθηκε, ακρογωνιαίος λίθος αυτής της προσέγγισης είναι η χρήση αδρεναλίνης.

Δημήτρης Καραντουμάνης,
Αλλεργιολόγος


Logo_f

Τηλ για το ραντεβού σας: 213 200 9160
Καθημερινά 08:00 - 15:00

Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών «Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού»

Ιατρική Σχολή Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Μονάδα Αλλεργιολογίας & Κλινικής Ανοσολογίας 2021. All rights reserved.