Νεα

Τροφική αλλεργία: χρειάζονται τα συμπληρώματα διατροφής;

Η αλλεργία σε τρόφιμα είναι, ίσως, αυτή που προκαλεί το μεγαλύτερο άγχος στους γονείς και παράλληλα ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την ποιότητα ζωής, εν γένει, της οικογένειας. Η ορθή διαγνωστική αλλεργιολογική προσέγγιση είναι απαραίτητη πριν χαρακτηρισθεί ένα παιδί αλλεργικό – δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις γίνεται «υπερδιάγνωση» και χαρακτηρίζονται αλλεργικά παιδιά χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Στη βρεφική/παιδική ηλικία, οι συνηθέστερες τροφές που προκαλούν αλλεργία είναι το γάλα και το αυγό, τα ψάρια, τα σιτηρά και οι ξηροί καρποί.

 

Ο πρωταρχικός τρόπος αντιμετώπισης της διαγνωσμένης τροφικής αλλεργίας είναι η αποφυγή της τροφής που ενοχοποιείται για τα συμπτώματα του παιδιού. Η δίαιτα αυτή μπορεί να διαρκέσει για αρκετά χρόνια οπότε εγείρεται το εύλογο ερώτημα: Τα παιδιά που έχουν τροφική αλλεργία και βρίσκονται σε αποφυγή τροφίμων ή σιτίζονται με «υποαλλεργιογονικές» τροφές, έχουν επηρεασμένη συγκέντρωση βιταμινών ή/και ανόργανων ιχνοστοιχείων; Ποια είναι η αντιμετώπιση στην πραγματικότητα σήμερα;

 

Σε αυτό προσπαθεί να απαντήσει μελέτη η οποία δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Clinical and Translational Allergy και στην οποία συμμετείχαν 110 παιδιά,  ηλικίας 4 εβδ. έως 16 ετών. Από αυτά, μόνο στο 71% προτάθηκε η λήψη συμπληρωμάτων διατροφής από διαιτολόγο ή/και ιατρό και τελικά μόνο 32/110 (29%) τα λάμβαναν – 78 δεν λάμβαναν κανένα συμπλήρωμα διατροφής. Από αυτά τα 78, περίπου τα μισά παρουσίασαν χαμηλή συγκέντρωση βιταμίνης D, σελήνιου, ασβεστίου και ψευδαργύρου. Ωστόσο, ακόμη και αυτά που λάμβαναν συμπληρώματα διατροφής, δεν είχαν ιδανικές συγκεντρώσεις καθώς συχνά δεν ήταν κατόπιν σύστασης ή/και στενού ελέγχου από τους επαγγελματίες υγείας.

 

Σε αυτή την μελέτη αναδεικνύεται η σημασία συνεργασίας αλλεργιολόγου και διαιτολόγου με πολλαπλούς στόχους: πρώτον, την αναγνώριση  των αλλεργιογονικών  τροφίμων, δεύτερον, την ανεύρεση   εναλλακτικών  τροφών που καλύπτουν τις ανάγκες του παιδιού σε θρεπτικά συστατικά καθώς και τρίτον, την ενδεχόμενη ανάγκη χορήγησης  συμπληρωμάτων βιταμινών και ιχνοστοιχείων.